Ο άνθρωπος που “σκότωσε” τα 80’s, την κιτς αισθητική τους, τη μουσική, τα ρούχα
τoυς και εγκαινίασε ουσιαστικά τη δεκαετία των 90’s, σκότωσε τελικά και τον εαυτό του, μια μέρα
σαν σήμερα τον Απρίλιο του 1994. Ο Kurt Cobain, με μια καραμπίνα στο πλάι του και ένα
σημείωμα, περίμενε τρεις μέρες νεκρός κάποιον να τον βρει στο σπίτι του, στο
Σηάτλ. Ο άτυχος ήταν ένας ηλεκτρολόγος που πήγε στο σπίτι του “καταραμένου”
μουσικού, για να εγκαταστήσει ένα
σύστημα ασφαλείας. Το σημείωμα που βρήκε, έλεγε σε μία φράση, τα πάντα :
“Εδώ και χρόνια, δεν έχω κανέναν ενθουσιασμό για την μουσική. Ούτε να ακούω,
ούτε να γράφω, ούτε να δημιουργώ πραγματικά”.
από τον Κώστα Μανιάτη
Ο frontman των Nirvana, μετά από αλλεπάλληλες περιπέτειες με την ηρωίνη, και αφού
είχε ήδη κάνει μία απόπειρα αυτοκτονίας στη Ρώμη, ένα μήνα πριν, έδωσε τέλος
στη ζωή του, σοκάροντας την παγκόσμια κοινή γνώμη. Η “Generation X”, όπως ονόμασαν την
“χαμένη γενιά” εκείνης της περιόδου στην Αμερική, έχανε τον κύριο εκφραστή της,
τον άνθρωπο που της έδωσε φωνή. Άθελά του όμως. Ο Cobain δεν ήθελε να εκφράσει κανέναν πέρα από
τον εαυτό του, δεν ήθελε να γίνει διάσημος, επιτυχημένος, ούτε σημείο αναφοράς
για τη ροκ μουσική. Ένιωθε ενοχές για την επιτυχία του, δεν την περίμενε και
δεν την επιδίωξε. Το εναλλακτικό rock, υπήρχε πολλά χρόνια πριν τον Cobain, παίζονταν αποκλειστικά από μικρούς
κολλεγιακούς σταθμούς και εκείνος, χωρίς να το καταλάβει, το έκανε γνωστό στο
ευρύτερο κοινό. Η αντιμετώπιση του Τύπου, η πίεση του κοινού, η λέξη “rockstar” τον έκαναν να
νιώθει πουλημένος και όσοι βρίσκονταν γύρω του εκείνη την περίοδο, τα θεωρούν
ως την κύρια αιτία για την ψυχολογική του κατάρρευση.
Τρία χρόνια πριν, ο Cobain και οι Νirvana, είχαν γίνει τα αγαπημένα παιδιά του ΜΤV. Tο “Smells Like Teen Spirit”, παιζόταν με
τέτοια συχνότητα, που μόνο το “Sweet Child o’mine” των Guns n Roses, είχε γνωρίσει. Ένα γκρουπ, που ο ίδιος
σιχαινόταν, όπως θα ομολογούσε λίγο αργότερα. Το δεύτερο άλμπουμ του
συγκροτήματος, το “Nevermind”,
γνώρισε τεράστια
επιτυχία και δημιούργησε ένα νέο όρο στη μουσική : το “grunge”. Ο σχεδόν
ακατέργαστος ήχος, οι αναφορές στη punk μουσική, οι ιδιαίτεροι στίχοι και τα φθαρμένα σταράκια
στις συναυλίες, ήταν κάτι που κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον του κόσμου που είχε
βαρεθεί τους bigger
than life rockstars και την glam metal αισθητική τους. Και αυτό το άλμπουμ έμελλε να είναι η
ταφόπλακα, για το αφελές poser rock, που μέχρι τότε κυριαρχούσε. Όμως ο Cobain, δεν το απόλαυσε όσο θα περίμενε
κανείς. Όπως και ο ίδιος είχε δηλώσει, ντρεπόταν για το Nevermind, καθώς πίστευε ότι
όλοι θα τον κατηγορούσαν ότι αντέγραφε τους Sonic Youth. Μόνο που οι Sonic Youth ήταν αυτοί που θα
τον ευχαριστούσαν που τους έβγαλε από την αφάνεια...
Ο “προβληματικός νέος” από το Σηάτλ, όπως τον
περιέγραφαν οι καθηγητές του, είχε περάσει δύκολα χρόνια μέχρι να λύσει το
οικονομικό του πρόβλημα. Παιδί χωρισμένων γονιών (κλισέ), παράτησε το σχολείο
όταν είδε ότι δεν θα κατάφερνε να αποφοιτήσει και μπροστά στο δίλημμα “δουλειά
ή φέυγεις από το σπίτι” που του έθεσε η μητέρα του, εκείνος αποφάσισε να φύγει.
Έμενε σε σπίτια φίλων ή κάποιες βραδιές κάτω από γέφυρες, έκανε “hitchhiking” στην πολιτεία της
Ουάσινγκτον και τριγυρνούσε αριστερά δεξιά ακολουθώντας την αγαπήμενη του
μπάντα, τους Melvins.
Όλα αυτά μέχρι το
1986, όταν και γνώρισε τον Krist Novoselic και μαζί σχημάτισαν τους Νirvana. Tο πρώτο τους
άλμπουμ, το Bleach
του 1989, ήταν
μία αποτυχία, άρα όλα καλά για τον Cobain... Όλα άλλαξαν με το δεύτερο άλμπουμ τους, αλλά και με τη
γνωριμία του με την Courtney
Love.
Η πρώην στριπτιζέζ, αποτελεί μέχρι σήμερα
αμφιλεγόμενη μορφή και κανείς δεν μπορέι να πει με ακρίβεια ποιες ήταν οι
ευθύνες της για την αλλαγή στην ψυχολογία του Cobain. Βουτηγμένοι στα ναρκωτικά και οι δυό
τους, θύμιζαν το ζευγάρι Sid Vicious-Νancy Spungen, μόνο που η τραγική κατάληξη θα ερχόταν αυτή τη φορά, μόνο
για τον “Sid”...
Το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος, τo “In Utero”, ηχογραφήθηκε σε μόλις
δύο εβδομάδες και η εταιρεία τους το
χαρακτήρισε αμέσως αντιεμπορικό. Ήταν ότι ακριβώς ήθελε ο Cobain, μία επιστροφή στις ρίζες, χωρίς τόσο
τις pop πινελιές του Nevermind. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1993, ο
δίσκος κάνει το ντεμπούτο του στην αγορά, σκαρφαλώνει στην πρώτη θέση του
Billboard 200, γίνεται πέντε φορές πλατινένιος και πουλάει πάνω από 4
εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ. Ήταν όμως η αρχή του τέλους για τον πιο
ταλαντούχο μουσικό της γενιάς του. Εθισμένος στην ηρωίνη – όπως ο ίδιος έλεγε
την ξεκίνησε γιατί του προκαλούσε ανακούφιση σε πόνους που ένιωθε από μικρός
στο στομάχι – είχε ήδη πάθει το πρώτο του overdose, ένα μήνα πριν την
κυκλοφορία του άλμπουμ. Αλεπάλληλες περιπέτειες με την υγεία του – δεν ήταν σε
θέση να πάρει μέρος ούτε στις “αναγκαίες φωτογραφίσεις περιοδικών” - τον έκαναν
να απομονωθεί, στο σπίτι του στο Σηάτλ.
Είχαν προγηθεί μεγάλοι καυγάδες με την Love και συχνά για να την αποφύγει
κλειδωνόταν στο μπάνιο του σπιτιού τους. Έβγαινε μόνο όταν έφτανε η αστυνομία,
μετά από κλήσεις της γυναίκας του, που έδειχναν ότι και αυτή είχε την ίδια
σύγχυση.
Στις 5 Απριλίου, όταν και έδωσε τέλος στη ζωή
του, κανείς δεν ήξερε που βρίσκεται. Η Courtney Love, είχε προσλάβει
ιδιωτικό ντετέκτιβ για να τον βρει, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε ποτέ.
Τις μέρες που ακολούθησαν τον θάνατό του, ο
Τύπος μιλούσε για έναν “αυτοκαταστροφικό ποιητή”, για “τον τελευταίο ροκστάρ”,
ενώ τα αφιερώματα έδιναν και έπαιρναν μεταξύ των κορυφαίων μουσικών περιοδικών.
Κοινό στοιχείο όμως όλων ήταν ότι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τι τον έκανε να
πάρει αυτή την απόφαση.
Ο Dave Grohl, ντράμμερ του γκρουπ, δήλωσε λίγο μετά τον
θάνατό του. “Ήταν κάτι για το οποίο προετοιμαζόμουν ψυχολογικά, καθώς έβλεπα
ότι είναι κάτι που ερχόταν. Μερικές φορές, δεν μπορείς να σώσεις κάποιον από
τον εαυτό του”. Αυτή η δήλωση ίσως να είναι και ό, τι πιο κοντά στην αλήθεια...
Το τραγούδι που άλλαξε τη μουσική βιομηχανία για πάντα....









0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου